ΚΑΛΗΝ ΕΣΠΕΡΑΝ ΑΡΧΟΝΤΕΣ …
Είτε το βράδυ της 23ης του Δεκέμβρη (το συνηθίζαμε στα χρόνια της νιότης μας, δεκαετίες του ΄60 και ΄70, μα όλο και λιγότερα παιδιά πλέον, το κάνουν), είτε το πρωί της 24ης Δεκεμβρίου, έχει καθιερωθεί εδώ και κάποια χρόνια, ο Διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Κουλούρας να καρτερά τα παιδιά να περάσουν απ’ το σχολείο, με έναν διαφορετικό ρόλο από αυτό των μαθητών, τον ρόλο των συνεχιστών μιας παράδοσης που κρατά χροοοόνια, και να τα ακούει να ψάλλουν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
Κάποια στιγμή, πριν χρόνια τους είχε διηγηθεί μια ιστορία με αφορμή ένα ξυλοκέρατο που κρέμεται πάνω από το γραφείο του.
Από τότε, κάθε χρόνο, οι μικροί μαθητές, ζητάνε ξανά και ξανά, να τους την διηγηθεί. Κι αυτός, άλλο που δεν θέλει, κάθεται και την εξιστορεί, προσθέτοντας, κάθε φορά, κι άλλα ¨παραμύθια¨ κάνοντάς την έτσι, πιο αληθινή:
« Στην άκρη του μικρού χωριού μας, εκεί που ο δρόμος γινόταν χώμα και λάσπη, εκεί που και τα σπίτια χαμήλωναν σαν να ντρέπονταν, ζούσε ο μικρός Μητσούλας. Ήταν Δεκέμβρης του ’73 και το κρύο τρύπωνε από τις χαραμάδες, όπως τρύπωνε και η έγνοια στο σπίτι τους. Η μάνα του φύλαγε τη σόμπα να μη σβήσει, κι ο πατέρας του μέτραγε, σιωπηλά, τα βερεσέδια στον μπακάλη, σαν να ήταν κόμποι σε σκοινί που έσφιγγε τον λαιμό. Μεθαύριο, ξημέρωναν Χριστούγεννα και θα ‘πρεπε να κάνει το κουμάντο του.
Κι αν τα Χριστούγεννα ήταν ο κρυφός εφιάλτης για τους μεγάλους, για τα παιδιά, είχαν μια παράξενη δύναμη. Έδιναν ένα μικρό δικαίωμα στο όνειρο.
Ο Μητσούλας κι ο φίλος του ο Σώτος ετοιμάζονταν από το μεσημέρι, πελεκώντας και ξεφλουδίζοντας τις γκλίτσες τους από φτυλιάδια και πριν ακόμη σουρουπώσει, τύλιγαν τα πλεγμένα, απ’ τις μανάδες τους, κασκόλ στον αδύνατο λαιμό τους και έβγαιναν με το τριγωνάκι στο χέρι να ψάλουν τα κάλαντα.
Τα κάλαντα δεν ήταν μόνο τραγούδι· ήταν ελπίδα. Ήταν η πιθανότητα να γυρίσουν με κάτι στο σακούλι, όχι απαραίτητα λεφτά. Λίγοι είχαν, τότε. Συνήθως έδιναν καρύδια, μανταρίνια, καμιά φορά αποξηραμένα σύκα. Και συχνά, το πιο γλυκό απ’ όλα: ξυλοκέρατο.
Το ξυλοκέρατο δεν έμοιαζε με τους άλλους καρπούς. Πράσινο στην αρχή, σκούρο-καστανόχρωμο, στην ωρίμανσή του, με μια γεύση γης και ήλιου, δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν όμως παρηγοριά. Κρατούσες τους σπόρους του, για ώρα στο στόμα, το μάσαγες αργά, και η γλύκα του απλωνόταν σαν υπόσχεση.
Για τον Μητσούλα, κάθε ξυλοκέρατο ήταν ένας μικρός θησαυρός. Όχι μόνο γιατί γέμιζε το στομάχι, αλλά γιατί μπορούσε να το ανταλλάξει. Δείχνοντας σύνεση μεγάλη για την ηλικία του, σκεφτόταν πως αν μάζευε αρκετά, ίσως ο μπακάλης δεχόταν να σβήσει ένα μέρος του χρέους του πατέρα του. Ή, αν περίσσευε κάτι, να αγοράσει εκείνο το μικρό μεταλλικό αυτοκινητάκι που στεκόταν μήνες στο ράφι, άπιαστο όνειρο.
Περνούσαν από πόρτα σε πόρτα. Κάποιες άνοιγαν με χαμόγελο, άλλες με βιασύνη, άλλες με δυσφορία κι άλλες καθόλου. Μια γιαγιά τους έβαλε στο χέρι δυο ξυλοκέρατα και τους χάιδεψε τα κεφάλια. «Να ’χετε υγεία», είπε. Ο Μητσούλας ένιωσε τη φωνή της να τον ζεσταίνει περισσότερο κι από το παλτό.
Το πρωί, ανήμερα της Παραμονής των Χριστουγέννων, συνέχισαν με τα σπίτια που δεν πρόλαβαν από βραδύς. Στο σακούλι, τα ξυλοκέρατα χτυπούσαν απαλά μεταξύ τους, σαν να συμφωνούσαν ότι εκείνη τη μέρα είχαν ρόλο σπουδαίο.
Το μεσημέρι γύρισαν σπίτι. Η μάνα άνοιξε το σακούλι και χαμογέλασε κουρασμένα. Ο πατέρας πήρε ένα ξυλοκέρατο, το έσπασε διστακτικά και το μοίρασε. «Καλά τα πήγατε», είπε, και στη φωνή του υπήρχε κάτι που έμοιαζε με περηφάνια.
Την άλλη μέρα, ο Μητσούλας πήγε στον μπακάλη με μερικά από τα ξυλοκέρατα τυλιγμένα σε χαρτί. Δεν μίλησε πολύ. Τα άφησε στον πάγκο. Ο μπακάλης τα κοίταξε, ύστερα τον κοίταξε στα μάτια και έσβησε έναν μικρό αριθμό από το τεφτέρι του, επιστρέφοντάς του, μάλιστα ένα από τα παραδοτέα .
Εκείνο το βράδυ, ο μικρός Μητσούλας, πήρε το ξυλοκέρατο και το έφαγε αργά, σχεδόν τελετουργικά. Δεν ήταν απλώς τροφή. Ήταν η απόδειξη ότι, ακόμα και μέσα στη φτώχεια, τα παιδιά μπορούσαν να κουβαλούν ελπίδα στα χέρια τους…»
Ναι, καμιά φορά, σκέφτομαι σήμερα, μια μικρή γλύκα από ένα κομμάτι ξυλοκέρατου, αρκεί για να κρατάει ζωντανό ένα όνειρο, να ακουμπάς πάνω του για χρόνια και, κάθε φορά που η ζωή τα φέρνει τούμπα, να υψώνεις το βλέμμα σου προ της πλευρά του τοίχου, και να παίρνεις κουράγιο απ’ το δικό σου εικόνισμα, φυλαγμένο από τη μακρινή γλυκιά πατρίδα, αυτή της παιδικής ηλικίας…»
Ευλογημένα Χριστούγεννα, Χρόνια Πολλά !

